Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Πόσο βοηθάει η ύπαρξη εθνικού νομίσματος την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Τα χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, αναπτύχθηκε ένας διάλογος σχετικά με την αναγκαιότητα ή μη μιας οικειοθελούς αποχώρησης της Ελλάδας από την Ζώνη του Ευρώ (ΖτΕ), προκειμένου να αποκτήσει εθνικό νόμισμα που θα μπορούσε στην συνέχεια να υποτιμήσει και έτσι να καταστήσει την οικονομία της πιο ανταγωνιστική.

Οι υπέρμαχοι της λύσης του εθνικού νομίσματος παρουσιάζουν την εξής απλοϊκή θα λέγαμε οπτική: Ότι παλαιότερα κόστιζε σε ευρώ, τώρα θα κοστίζει φθηνότερα σε δραχμές. Έτσι τα εξαγωγικά προϊόντα και οι υπηρεσίες μας θα γίνουν φθηνότερα και άρα θα μπορούν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές με πλεονέκτημα. Επιπλέον, όποτε προκύπτει ανάγκη θα μπορούμε να «τυπώνουμε» χρήμα για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις.

Ας ξεκινήσουμε απαντώντας στο μονολεκτικά στο ερώτημα «να πάμε σε εθνικό νόμισμα, ναι ή όχι». Η απάντηση κατά την γνώμη μας είναι ένα κατηγορηματικό όχι, ειδικά στην παρούσα συγκυρία.

Γιατί όχι;


Ανατρέχοντας στις περιόδους της πρόσφατης ιστορίας μας, μπορούμε να διακρίνουμε τους λόγους που μας κάνουν να υποστηρίζουμε την συνέχιση της συμμετοχής μας στην ΖτΕ.
Ειδικότερα αν αναλύσουμε την περίοδο 1980-1990 όπου ασκήθηκε επιθετική νομισματική πολιτική υποτιμήσεων της δραχμής για να καταστεί, μεταξύ άλλων, ανταγωνιστικότερη η ελληνική οικονομία διαπιστώνουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.

Η ακόλουθη ανάλυση είναι απλοική, αφού δεν λαμβάνει υπόψη κάποιες ποιο εξειδικευμένες παραμέτρους, ωστόσο είναι απολύτως ενδεικτική.


Οι υποτιμήσεις της Δραχμής στην δεκαετία του 1980
To 1980 η ισοτιμία $ - δραχμής ήταν 1$ προς 42,6 δρχ

Το 1983 η δρχ υποτιμάται 15%, όπως επίσης και το 1985. Από 1980 ως και 1985 η δραχμή διολίσθαινε έναντι του δολαρίου για να καταλήξει το 1990 σε μια ισοτιμία 1 $ προς 158,3 δρχ.

Τι επίπτωση είχε στις εξαγωγές η πτώση του εθνικού νομίσματος; Όχι αυτή που θα περίμενε κανείς.

Το 1980 σε σταθερές τιμές $ οι εξαγωγές ανήλθαν σε 5,15 δισ $ και οι εισαγωγές σε 10,55 δισ $.
Το εμπορικό έλλειμμα βρίσκεται στα 5,4 δις $ ή 10% του ΑΕΠ.

Το 1990 μετά από συνεχείς υποτιμήσεις και διολισθήσεις που υποτίθεται θα ενίσχυαν τις εξαγωγές της χώρας, οι εξαγωγές είχαν αυξηθεί σε 8,1 δισ και οι εισαγωγές σε 19,8 δισ.
Το εμπορικό έλλειμμα εκτοξεύεται στα 11,7 δις ή 13% του ΑΕΠ.


Το 1983 και το 1985 οι εξαγωγές εμφάνισαν αυξήσεις οι οποίες όμως δεν ήταν διατηρήσιμες.

Επιπλέον, το εμπορικό έλλειμμα εκτοξεύεται στο 2ο μισό της δεκαετίας


Συμπεράσματα
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι

  1. Η επιθετική νομισματική πολιτική για αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών απέτυχε παταγωδώς. Φθηνά προϊόντα δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερο όγκο. Αντιθέτως πάγιο ζητούμενο είναι η ποιότητα των προϊόντων. Ασφαλώς οι τιμές παίζουν ρόλο, ωστόσο δεν είναι καθοριστικός.
  2. Οι υποτιμήσεις του 1983 και 1985 έχουν ένα προσωρινό θετικό αντίκτυπο στις εξαγωγές και στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυξάνονται την επόμενη χρονιά της υποτίμησης για να επιβραδυνθούν αμέσως μετά. Το ίδιο ισχύει και για την υποτίμηση του 1998

Όπως έχει αναφερθεί και παλαιότερα το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι δεν παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα. Εάν και εφόσον είχε σημαντική παραγωγή τέτοιων προϊόντων, η συνετή χρήση εργαλείων νομισματικής πολιτικής θα είχε ένα νόημα.

Στην σημερινή εποχή, εθνικό νόμισμα δεν θα αποτελούσε λύση. Όχι τόσο για τις οδυνηρές  συνέπειες μιας επιστροφής σε δραχμή, όσο για το γεγονός ότι αποδεδειγμένα για οικονομίες όπως η δική μας δεν αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση.

IL

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Δεν γίνονται δεκτά υβριστικά μηνύματα

Συνολικές προβολές σελίδας